Είχαν περάσει τόσα χρόνια από τότε που το ταίρι της άφησε την τελευταία του πνοή. Ποτέ δεν ξεπέρασε τον θάνατό του. Ακόμη και σήμερα θρηνεί για 'κεινον.
Έμεινε τόσο κενή και μόνη μετά από το ατύχημά του.
Στην αρχή προσπάθησε να τον ακολουθήσει, αλλά μάλλον δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή γι' αυτό, ακόμη...
Μετά άρχισε να ψάχνει για τρόπους να γεμίσει το κενό της. Δυστυχώς, δεν είχαν προλάβει να κάνουν παιδιά. Έψαξε να βρει τον εαυτό της μέσω της φιλανθρωπίας. Ένιωθε γεμάτη όταν βοηθούσε κόσμο, αλλά όχι για πολύ. Κάτι της έλειπε.
Πολλοί μνηστήρες την πλησίασαν. Δεν ήταν όμως όλοι τους τυχεροί. Μερικούς τους δέχτηκε σαν παρέα. Ακόμη λιγότεροι ήταν αυτοί που μοιράστηκαν μια νύχτα μαζί της. Ο πιο τυχερός από αυτούς την είχε ερωτευτεί τρελά. Ήξερε πως ήταν δύσκολο να την κατακτήσει. Ήξερε πόσο αγαπούσε εκείνον και πως ποτέ άλλοτε δεν θα ξαναγαπούσε τόσο κάποιον. Δέχτηκε να είναι εραστές, αλλά δεν αρκέστηκε μόνο σ' αυτό. Δεν μπορούσε στην ιδέα του να σκέφτεται ότι όταν αυτός έλειπε, εκείνη περνούσε τη νύχτα της με κάποιον άλλο. Ζήλευε. Φοβόταν πως η κάθε νύχτα μαζί της θα ήταν η τελευταία. Εκείνη το ένιωθε και της άρεσε. Έπαιζε με το μυαλό του λες και ήταν το αγαπημένο της παιχνίδι. Του τα έλεγε όλα. Με κάθε λεπτομέρεια. Ότι έκανε.
Μια μέρα την κάλεσε στο σπίτι του για δείπνο. Της είχε πει ότι της έχει μια έκπληξη. Όλα ήταν τόσο τέλεια εκείνη τη νύχτα. Το φαγητό μαγειρεμένο από τον καλύτερο σεφ της πόλης. Το επιδόρπιο από τον καλύτερο ζαχαροπλάστη της χώρας. Φωτισμός από κεριά σ' όλο το σπίτι. Ένας διάδρομος από ροδοπέταλα από την τραπεζαρία μέχρι την κρεβατοκάμαρα του. Το τέλειο διαμάντι μέσα στο κουτί που βρισκόταν στο συρτάρι του κομοδίνου του, το καλύτερο δαχτυλίδι που θα ταίριαζε στο χέρι της.
Εκείνη άργησε, όπως πάντα.
Είχε διώξει όλο το προσωπικό για να μείνουν οι δυο τους. Την ήθελε μόνο δική του.
Όταν έφτασε της άνοιξε ο ίδιος και αυτό την ξάφνιασε.
Πέρασαν στην τραπεζαρία όπου της σέρβιρε ο ίδιος.
-Η έκπληξη είναι ότι λείπει το προσωπικό σου και τα κάνεις όλα ο ίδιος, καλέ μου;
Ποτέ δεν αναφερόταν σε κάποιον από τους εραστές της με το όνομά του. Πάντα χρησιμοποιούσε διάφορα τέτοια γλυκόλογα.
-Όλη η σημερινή νύχτα θα είναι μια έκπληξη. Από την αρχή μέχρι το τέλος.
Όταν τελείωσαν το φαγητό, της έφερε το επιδόρπιο.
Εκείνος της έλεγε τα νέα του για τις δουλειές του και το πως ένιωθε. Αντιθέτως, εκείνη μιλούσε λίγο και συνήθως μόνο όταν την ρωτούσε κάτι.
Δεν άργησαν να πάνε στην κρεβατοκάμαρά του, εφόσον ήταν το αγαπημένο της μέρος σ' όλο το σπίτι. Το κρεβάτι του ήταν πολύ μεγάλο, το στρώμα ιδανικό για να κοιμάσαι πολλές μέρες, αν κι εκείνη δεν κοιμόταν τις περισσότερες φορές που πήγαινε. Κάθε φορά που πήγαινε είχε διαφορετικές κουρτίνες που το κάλυπταν και πάνω του πάντα υπήρχε κάτι που θα την εξέπληττε. Αυτή τη φορά οι κουρτίνες του κρεβατιού ήταν ημιδιάφανες σε ασημένιο χρώμα, αλλά τίποτα δεν ήταν πάνω στο κρεβάτι αυτή τη φορά.
-Τίποτα πάνω στο κρεβάτι; Με εκπλήσσεις και πάλι... Τόσες εκπλήξεις μες σε μια μέρα. Δεν ξέρω αν θα μου βγουν σε καλό ή όχι.
-Θα δεις...
Η νύχτα κύλισε χωρίς καθόλου εκπλήξεις κι αυτό την ανησυχούσε.
Το ξημέρωμα, την ώρα της ανατολής, εκείνη όπως πάντα κοιτούσε τον ήλιο που ανέτειλε και τα χρώματα που έπαιρνε ο ουρανός. Της άρεσε γιατί ήταν μια νέα μέρα, μια καινούρια αρχή, αυτό που πάντα ήλπιζε να κάνει, να ξεπεράσει τον θάνατο του και να ξεκινήσει μια νέα αρχή.
Άνοιξε το συρτάρι του. Εκείνη ούτε που γύρισε να κοιτάξει στο άκουσμα της κίνησης από την πλευρά του. Πήρε το κουτάκι με το δαχτυλίδι και πήγε προς το μέρος της.
Της έπιασε το χέρι. Ήταν παγωμένο. Σαν την καρδιά της, σκέφτηκε.
Την τράβηξε για να τον κοιτάξει στα μάτια και άνοιξε το κουτάκι για να δει το περιεχόμενό του.
-Θέλεις να μοιραστείς το υπόλοιπο της ζωής σου μαζί μου; Να κάνουμε μια νέα αρχή. Να ενώσουμε όσα έχουμε και να κάνουμε κάτι που θα είναι δικό μας, κάτι καινούριο! Ξέρω ότι δεν πρόκειται ποτέ να τον αντικαταστήσω, αλλά θέλω να είμαι μαζί σου για όσα χρόνια έχω να ζήσω ακόμη.
Αυτά είπε και της πέρασε το μονόπετρο στον παράμεσο του αριστερού της χεριού.
Τον κοίταξε παγωμένη. Ήθελε να μιλήσει και δεν ήξερε τι να πει. Πάγωσε και τον κοιτούσε σαν στήλη άλατος.
-Δεν ξέρω. Δεν μπορώ να σου απαντήσω. Πρέπει να φύγω.
Αυτά τόλμησε να πει μόλις μπόρεσε να μιλήσει.
Πήγε να μαζέψει τα ρούχα της για να ντυθεί και την σταμάτησε.
-Περίμενε.
Τον κοίταξε με ένα βλέμμα σαν να του έλεγε "άστο καλύτερα".
Δεν το δέχτηκε. Ήταν τόσο εγωιστής. Την άφησε να φύγει, αλλά όχι έτσι. Έξω ήδη κάποιος περίμενε για να δει που πάει και με ποιον θα συναντηθεί.
Αυτός ο άνθρωπος έγινε η σκιά της. Εκείνος δεν θα έριχνε τον εγωισμό του για να την παρακαλέσει. Ο εγωισμός του πληγώθηκε όταν έμαθε πως πούλησε το μονόπετρο και έκανε δωρεά το ποσό σε ένα ορφανοτροφείο.
Πολλούς μήνες αφοσιώθηκε στην δουλειά του για να μην την σκέφτεται, αλλά δεν άντεχε. Έπρεπε να κάνει κάτι. Είχε βάλει να παρακολουθούν κάθε άντρα που την πλησίαζε, να μάθαινε τα πάντα για την σχέση τους, μετά, αν κάποιος την πλήγωνε, κανόνιζε να τον κάνει να πονέσει με όποιον τρόπο μπορούσε, είτε έβαζε άτομα να τους δείρει είτε κανόνιζε να χάσουν τις δουλειές τους.
Εκείνη κάτι είχε ψιλιαστεί αλλά δεν έδωσε τόση σημασία.
Κάποια μέρα της έστειλε λουλούδια και εκείνη τον κάλεσε σπίτι της.
Ξαναβρέθηκαν... αλλά του ξεκαθάρισε και πάλι πως δεν σήμαινε τίποτα, απλά ήθελε να περάσει τον χρόνο της.
Χρόνια ολόκληρα έψαχνε κάποιον σαν αυτόν. Εχέμυθο και ικανοποιητικό στο να της γεμίσει το κενό που ένιωθε μέσα της τα βράδια. Ποτέ όμως δεν σκόπευε να ξαναδεσμευτεί. Μόνο αν... κάποιος την αποδεχόταν, έτσι όπως είναι, όπως την είχε αποδεχτεί κι εκείνος.
Μια νύχτα απλά της ξέφυγε αυτή η σκέψη μες στον ύπνο της. Αυτός ποτέ δεν κοιμόταν όταν ήταν μαζί της. Όσες μέρες κι αν περνούσαν. Ήθελε να την κοιτάει καθώς κοιμάται. Πολλές φορές την είχε ακούσει να παραμιλάει. Είτε έλεγε διάφορα σε εκείνον, είτε μιλούσε για δουλειές που την απασχολούσαν. Ποτέ της δεν είπε κάτι για τον εαυτό της. Ποτέ της μέχρι εκείνη τη νύχτα.
Ντύθηκε, έγραψε ένα σημείωμα και έφυγε.
"Προέκυψε κάτι και έπρεπε να φύγω"
Χάθηκε για αρκετό καιρό. Σταμάτησε να ενοχλεί τους εραστές της. Μείωσε και την παρακολούθησή της. Έφτασε να έχει να την δει έναν ολόκληρο χρόνο.
Μια μέρα, η πόρτα στο γραφείο του χτύπησε.
-Περάστε!
Η πόρτα άνοιξε σιγά και την είδε μπροστά του έκπληκτος.
-Πώς τα κατάφερες να μείνεις μακριά μου για τόσο καιρό; Ιδικά αφού σταμάτησες να με παρακολουθείς. Έπαψα να είμαι ενδιαφέρουσα για σένα;
Δεν περίμενε να του πει κάτι τέτοιο. Απ' την άλλη, το ήξερε πως όταν μιλούσε, έλεγε πικρές αλήθειες που κανείς δεν περίμενε.
Άνοιξε το συρτάρι του και πήρε το κουτάκι που κρατούσε τόσο καιρό. Σηκώθηκε όρθιος και την πλησίασε. Την κοίταξε στα μάτια.
-Αυτή είναι η τελευταία φορά που θα στο ζητήσω. Σε δέχομαι όπως είσαι. Σε αγαπάω. Δέξου με κι εσύ! Γίνε γυναίκα μου! Δεν θέλω να σε φυλακίσω έτσι. Πάντα θα έχεις ελευθερία κινήσεων, αρκεί να ξέρω πως είσαι ευτυχισμένη.
Άπλωσε το χέρι της και το έβαλε στο δικό του.
Η ψυχή της γέμισε χωρίς να χρειαστεί να δώσει κάτι, χωρίς να βρίσκεται στο κρεβάτι με κάποιον.
Απλά έκανε έναν άνθρωπο ευτυχισμένο.



















